Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
κατάδρομος
κατάδρυμμα
κατάδρυμος
κατάδρυμμα,
ατος
(
τὸ
) déchirure, écorchure, égratignure,
Eur.
Suppl.
52
.
Étym.
καταδρύπτω
.