Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
κατακρημνίζω
κατακρημνισμός
κατάκρημνος
κατακρημνισμός,
οῦ
(
ὁ
) action de précipiter,
Athénée méc.
37, 6
.
Étym.
κατακρημνίζω
.