Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
κατάψευσις
κατάψευσμα
καταψευσμός
κατάψευσμα,
ατος
(
τὸ
) mensonge,
Arr.
Epict.
2, 20 ;
Bas.
3, 107
.
Étym.
καταψεύδομαι
.