Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
καταπτακών
κατάπτερος
καταπτερόω-ῶ
κατά·πτερος,
ος, ον,
ailé,
Eschl.
Pr.
797 ;
Eur.
Or.
178
.
Étym.
κ. πτερόν
.