Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
κατατέγγω
κατατεθαρρηκότως
κατατεθνηώς
κατατεθαρρηκότως,
adv.
hardiment, audacieusement,
Pol.
1, 86, 5,
etc.
Étym.
καταθαρρέω
.