Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
κατεργασία
κατέργασμα
κατεργαστέον
κατέργασμα,
ατος
(
τὸ
) œuvre, travail,
Aqu.
Prov.
8, 22 ;
Ps.
45, 8
.
Étym.
κατεργάζομαι
.