Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
καθάπτω
καθάρειος
καθαρείως
καθάρειος,
ος, ον
[
ᾰᾰ
] pur, propre,
Arstt.
Rhet.
2, 4, 15
||
E
Forme att. ;
καθάριος
postérieur
.