Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
κάθισμα
καθιστάνω
καθιστάω
καθ·ιστάνω
[
κᾰ
] (
seul.
prés.
Is.
2, 29 ;
Lys.
171, 16,
etc. ;
et impf.
καθίστανον,
DS.
15, 33
)
c.
καθίστημι
.