καθοδηγία

καθοδηγός

κάθοδος
καθ·οδηγός, οῦ () [] guide, conducteur, Orph. H. 7, 8 ; Apd. 3, 4, 1 ; Str. 15, 2, 6 Kram.
Étym. κ. ὁδηγός.