Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
καθολικῶς
καθολκεύς
καθολκή
καθολκεύς,
έως
(
ὁ
) [
ᾰ
] sorte de bandage ;
Gal.
11, 476
.
Étym.
καθέλκω
.