Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
καθυϐριστέον
καθυγίασις
καθυγραίνω
καθυγίασις,
εως
(
ἡ
) [
ᾰῠᾰ
] guérison,
A. Car.
187
conj.
Étym.
κ. *ὑγιάζω
.