κνῆκος

κνηκός

κνηκώδης
κνηκός, ή, όν, d’un jaune de carthame, d’où roux, fauve ; ὁ κν. (s. e. θήρ) le loup, Babr. 113, 2 ||
E Dor. κνακός [] Thcr. Idyl. l. c.