Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
κυλίνδησις
κυλινδρικός
κυλινδρικῶς
κυλινδρικός,
ή, όν
[
ῠ
] cylindrique,
Syn.
Ep.
172
d
.
Étym.
κύλινδρος
.