κυνούχιον

κυνοῦχος

κυνοφαγέω-ῶ
κυνοῦχος, ος, ον []
1 qui retient les chiens, Anth. 6, 107 ||
2 subst. sac de peau, Anth. 6, 298 ; Xén. Cyn. 2, 9.
Étym. κύων, ἔχω.