Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
λαχανόπτερος
λαχανοπώλης
λαχανοπωλήτρια
λαχανο·πώλης,
ου
(
ὁ
)
[
ᾰᾰ
] marchand de légumes,
Arr.
Epict.
3, 3, 3
.
Étym.
λάχανον, πωλέω
.