Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
λαμπρειμονέω-ῶ
λαμπρείμων
Λαμπριάδας
λαμπρ·είμων,
ων, ον,
gén.
ονος
, aux vêtements brillants,
Hpc.
1277, 48
.
Étym.
λαμπρός, εἷμα
.