Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
λαοπαθής
λαοπλάνος
λαοπόρος
λαο·πλάνος,
ου
(
ὁ
)
[
ᾱᾰ
] qui égare le peuple,
Jos.
A.J.
8, 8, 5
.
Étym.
λ. πλανάω
.