Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
λαρκοφορέω-ῶ
λαρνάκιον
λαρνακόγυιος
λαρνάκιον,
ου
(
τὸ
)
coffret,
Symm.
Sam.
1, 6, 8
.
Étym.
dim. de
λάρναξ
.