Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
λάξευμα
λαξευτήριον
λαξευτής
λαξευτήριον,
ου
(
τὸ
)
outil pour tailler la pierre,
Spt.
Ps.
73, 7
.
Étym.
λαξεύω
.