Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
λεξιθηρέω-ῶ
λεξιθηρία
λεξικός
λεξι·θηρία,
ας
(
ἡ
)
[
ξῐ
] poursuite des mots rares,
Clém.
Pæd.
p. 125
.
Étym.
λ. θήρα
.