Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
Λίμος
λιμοφορεύς
λιμοψώρα
λιμο·φορεύς,
έως
(
ὁ
)
[
ῑ
] qui cause (
propr.
qui apporte) la faim
ou
la famine,
Anth.
11, 371
.
Étym.
λιμός, φέρω
.