Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
λιμοκτονία
λιμοποιός
λιμοπύκτης
λιμο·ποιός,
ός, όν
[
ῑ
] qui engendre la faim,
Erot.
244 ;
Œnom.
(
Eus.
3, 444 Migne
).
Étym.
λ. ποιέω
.