Λυκίδας

λυκιδεύς

Λυκίδης
λυκιδεύς, έως () [ῠῐ] jeune loup, louveteau, Thcr. Idyl. 5, 38 ; Sol. (Plut. Sol. 23) ; Plut. M. 462e.
Étym. λύκος.