Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
λυμαντήρ
λυμαντήριος
λυμαντής
λυμαντήριος,
α, ον
[
ῡ
] nuisible, funeste,
Eschl.
Pr.
991 ;
τινος
,
Eschl.
Ag.
1438,
pour qqn
ou
qqe ch.
Étym.
λυμαντήρ
.