Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
μαλακοκόλαξ
μαλακοκρανεύς
μαλακοπτυχής
μαλακο·κρανεύς,
έως
(
ὁ
)
[
ᾰᾰᾱ
] sorte d’oiseau,
propr.
« à tête molle »,
Arstt.
H.A.
9, 22, 2
(
μ. κράνος
).