Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
μαστίγιον
μάστιγμα
μαστιγονομέομαι-οῦμαι
μάστιγμα,
ατος
(
τὸ
)
marque d’un coup de fouet,
Plut.
M.
459
.
Étym.
μαστίζω
.