Μελίσκος

μέλισμα

μελισμάτιον
μέλισμα, ατος (τὸ)
1 chant, Thcr. Idyl. 14, 31 ; 20, 28 ||
2 air chanté avec accompagnement, mélodie, Anth. 4, 1, 35 ; 7, 196 (μελίζω 1).