Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
μετεωρίζω
μετεώρισις
μετεωρισμός
μετεώρισις,
εως
(
ἡ
)
[
ῐσ
] action de lever en l’air,
Plut.
M.
951
c
.
Étym.
μετεωρίζω
.