Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
μωρόκακος
μωρόκαλος
μωροκλέπτης
μωρό·καλος,
ος, ον
[
ᾰ
] à la fois fou et d’un bon naturel,
Ptol.
Tetr.
158
.
Étym.
μωρός, καλός
.