Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
μῶρον
μωροποιέομαι-οῦμαι
μωροποιός
μωροποιέομαι-οῦμαι,
agir sottement
ou
follement,
Pol.
Exc. Vat.
p. 430
.
Étym.
μωροποιός
.