Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
μωροποιός
μωροπόνηρος
μωρός
μωρο·πόνηρος,
ος, ον,
sottement méchant,
Polém.
Physiogn.
p. 294
.
Étym.
μωρός, πονηρός
.