Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ναρδίζω
νάρδινος
ναρδίτης οἶνος
νάρδινος,
η, ον
[
ῐ
] de nard,
Mén.
(
Ath.
691
b
) ;
Th.
Od.
4, 28 ;
Pol.
31, 4, 2
.
Étym.
νάρδος
.