Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
νωχελής
νωχελία
νωχελίς
νωχελία,
ion.
νωχελίη,
ης
(
ἡ
)
lenteur, nonchalance,
Il.
19, 411
.
Étym.
νωχελής
.