οἰκίσκη

οἰκίσκος

οἰκισμός
οἰκίσκος, ου ()
1 maisonnette ou chambrette, Dém. 258, 21 ; Hdn 7, 9, 20 ||
2 particul. cage, volière, Ar. fr. 358, 15.
Étym. dim. d’οἶκος.