οἰκιστήρ

οἰκιστής

οἰκίστωρ
οἰκιστής, οῦ ()
1 c. οἰκιστήρ, Hdt. 4, 159 ; Thc. 1, 24, etc. ; Plat. Rsp. 379a, etc. ; Isocr. 133a, etc. ||
2 οἱ οἰκ. App. Civ. 1, 24, traduct. du lat. triumviri coloniæ deducendæ.