Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
οἰνοποτήρ
οἰνοπότης
οἰνοπότις
οἰνο·πότης,
ου
(
ὁ
) buveur de vin,
Call.
Ep.
38, 1 ;
Pol.
20, 8, 2
.
Étym.
οἶν. πότης
.