Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ὀνοειδής
ὀνοκάρδιον
ὀνοκενταύρα
ὀνο·κάρδιον,
ου
(
τὸ
)
autre n. de la plante
δίψακος,
Diosc.
3, 11
.
Étym.
ὄ. καρδία
.