Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ὀρειθαλής
ὀρεικός
ὀρείκτιτος
ὀρεικός,
ή, όν,
de mulet, de mule,
Syn.
Ep.
3
.
Étym.
ὀρεύς
.