Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ὀργανοποιϊκός
ὀργανοποιός
ὄργανος
ὀργανο·ποιός,
οῦ
(
ὁ
) [
ᾰ
] qui fabrique des instruments, des mécanismes, mécanicien,
DS.
17, 43
.
Étym.
ὄργ. ποιέω
.