ὀξυλίπαρον

ὀξυλιπὴς ἄρτος

Ὄξυλος
ὀξυ·λιπὴς ἄρτος () [ῠῑ] sorte de pain mêlé de graisse et de vinaigre, Gal. 8, 5, 5.
Étym. ὀ. λίπος.