παναφανής

παναφῆλιξ

πανάφθιτος
παν·αφῆλιξ, ικος (ὁ, ἡ) [ᾰνᾰῐκ] qui n’a ou qui n’a plus aucun camarade, Il. 22, 490.
Étym. π. ἀφῆλιξ.