Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
παναρμόνιος
πανάρρητος
πάναρχος
παν·άρρητος,
ος, ον
[
ᾰν
] tout à fait ineffable
ou
mystérieux,
Syn.
Hymn.
2, 91
.
Étym.
π. ἄρρητος
.