πανάρχων

πανατρεκής

παναύγεια
παν·ατρεκής, ής, ές [ᾰν] tout à fait véritable, infaillible, Anth. 7, 594 ; neutre adv. πανατρεκές, A. Rh. 4, 1332, très certainement.
Étym. π. ἀτρεκής.