παραδοξία

παραδοξολογέω-ῶ

παραδοξολογία
παραδοξολογέω-ῶ, dire des choses incroyables ou extraordinaires, Str. 626, DS. 1, 69 ; Arr. Epict. 2, 22, 12 ; au pass. être dit, en parl. de choses merveilleuses, Str. 248 ; DS. 1, 42.
Étym. παραδοξολόγος.