παραδοξολόγος

παραδοξονίκης

παραδοξοποιέω-ῶ
παραδοξο·νίκης, ου () [] vainqueur contre toute attente ou d’une manière extraordinaire, Plut. Cim. c. Luc. 2.
Étym. παράδοξος, νικάω.