Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
παρασκεύασις
παρασκεύασμα
παρασκευαστέος
παρασκεύασμα,
ατος
(
τὸ
) préparatif, exercice,
Xén.
Œc.
11, 19
.
Étym.
παρασκευάζω
.