Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
παρέπτην
παρεργάτης
παρεργολαϐέω-ῶ
παρεργάτης,
ου
(
ὁ
) [
ᾰ
] mauvais artisan, mauvais auxiliaire,
Eur.
Suppl.
426
.
Étym.
π. ἐργάτης
.