παροικέω-ῶ

παροίκησις

παροικία
παροίκησις, εως ()
1 voisinage, Thc. 4, 92 ||
2 c. le suiv. Spt. Gen. 28, 4, etc. ||
3 transmigration des âmes, Plot. Enn. 1, 367 Creuz.
Étym. παροικέω.