Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
πεντηκονταέξ
πεντηκονταετής
πεντηκονταέτης
πεντηκοντα·ετής,
ής, ές,
de cinquante ans, quinquagénaire,
Plat.
1 Alc.
127
e
.
Étym.
π. ἔτος
.