πέποιθα

πεποίθησις

πεποιθότως
πεποίθησις, εως () confiance, assurance, Phil. 2, 444 ; Spt. Gen. 34, 25 ; NT. Eph. 3, 12, etc. ; plur. Babr. 43, 19.
Étym. πέποιθα.